Κι' είχαμε κι' άλλες χαρές, κι' άλλες. Στις 22 Αυγούστου σηκώσαμε τα μάτια στον ουρανό και τι να δούμε: Σαν ένας άγγελος μας φάνηκε. Ένα δικό μας αεροπλάνο κατέβηκε σαν αστραπή από πάνω μας, μας έριξε ένα φάκελο κι' έφυγε, πριν να προλάβουν να το ρίξουν οι κόκκινοι. Ό Στρατηγός Φράνκο έστελνε ένα γράμμα στο διοικητή μας, το Συνταγματάρχη Μοσκαρντό. Τι του έλεγε δεν ξέραμε. Μα την ημέρα εκείνη ο Μοσκαρντό, για πρώτη φορά ύστερα από το φόνο του γιου του, χαμογέλασε: «Παιδιά, μας είπε, ο θεός είναι μαζί μας! Ό Θεός είναι με την Ισπανία! Κουράγιο!». Πήραμε κουράγιο.
Τέτοιες ενθαρρυντικές επισκέψεις ξανάγιναν στις 27 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου. Εκτός από το μήνυμα του Φράνκο, η κάθε ρίψη είχε τρόφιμα και φάρμακα.
Και συνεχίζει ο Μιγκουέλ:
Αρχίσαμε να εκδίδουμε και εφημερίδα στον πολύγραφο. Τη λέγαμε: «Το Αλκάθαρ». Το ραδιόφωνο πού είχαμε, ήταν πολύ αδύνατο. Που να τ' ακούσουν όλοι! Δημοσιεύαμε λοιπόν στην εφημεριδούλα μας όλα τα νέα. Δημοσιεύαμε διαγράμματα και χάρτες, που βρίσκεται ο Στρατός, πώς προχωρούσε. Η τελευταία σελίδα της εφημερίδας ήταν διασκεδαστική: γρίφοι, λογοπαίγνια, παιχνίδια, αστεία για να περνάει η ώρα.
27 Αυγούστου. Ή μια στέρνα έσπασε από τις μπόμπες, χύθηκε το νερό. Την κάναμε νεκροταφείο. Σήμερα έθαψα το φίλο μου Αουρέγιο Μεντόθα. Ήταν βάρδια στον πύργο, μια οβίδα των 15,5 έπεσε κι' ο φίλος μου, μαζί με δύο άλλους συντρόφους, έγινε κομμάτια. Τον μάζεψα σ' ένα χειραμάξι με το φτυάρι. Σηκώνουμε τους σκοτωμένους και τους σκεπάζουμε με χώμα. Άρχισαν πια και σαπίζουν και βρωμάνε, Μια γυναίκα χτες λιγοθύμησε.
Και ο Μιγκουέλ συμπληρώνει:
«Δεν είχαμε αρκετό χώμα να τους παραχώσουμε βαθιά. Έπειτα ήταν και πολλοί. Οι κόκκινοι είχαν φέρει τώρα μεγάλα κανόνια και μας έριχναν ακατάπαυστα. Το είχαν βάλει πείσμα να πατήσουν το Αλκάθαρ. Μάς έριξαν χιλιάδες οβίδες. Ξέρω κι' εγώ πόσες; Χιλιάδες. Και εμείς τι είχαμε για πυροβολικό; Ένα μικρό κανονάκι που το είχαμε στη βιβλιοθήκη. Μ' αυτό πολεμούσαμε. Κι' όταν έπαυε ο βομβαρδισμός και μάς έκαναν έφοδο, πέφταμε απάνω τους με τα τουφέκια μας και μερικά μυδράλια...».
Ποιο ήταν ακριβώς το
πυροβολικό πού χτυπούσε το Αλκαζάρ; Άπ' την
αρχή της πολιορκίας, οι κόκκινοι είχαν
τάξει δύο πλήρεις πυροβολαρχίες. Στις 23
Ιουλίου οκτώ πυροβόλα (τέσσερα των 75 και
τέσσερα των 105) άρχισαν να βάλλουν από
απόσταση τριών χιλιομέτρων χωρίς σπουδαία
αποτελέσματα. Στις 25 Ιουλίου άπ' τα
ξημερώματα δύο νέα πυροβόλα των 155 άρχισαν να
σωριάζουν σε ερείπια τα εξωτερικά τείχη και
τις πύλες. Το αποτέλεσμα
ήταν μέσα από χαλάσματα να δημιουργηθεί
καινούργιο οχύρωμα από τους σωρούς των
ερειπίων.
Ο βομβαρδισμός θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.
Οκτώ νέα κανόνια (πέντε
των 155 και τρία των 75) ετάχθησαν σε απόσταση
πέντε χιλιομέτρων. Εν συνόλω κάπου 100.000
βλήματα ρίχτηκαν πάνω στο Αλκαζάρ μέσα στις
68 μέρες πού κράτησε ή πολιορκία. Επί πλέον
κάπου 2.000 βλήματα Όλμων και 1.500 οπλοβομβίδες.
Άλλα το χειρότερο κακό έγινε από τους
αεροπορικούς βομβαρδισμούς: 500
αεροπορικά βλήματα εξερράγησαν κατά τη
διάρκεια 30 αεροπορικών επιθέσεων.
Ας αφήσουμε όμως τον Μιγκουέλ να μας διηγηθεί εν συνεχεία:
«Όπως είπαμε, όταν ή νύχτα ήταν σκοτεινή, βγαίναμε κρυφά έξω και παίρναμε στάρι, καπνό, ό,τι βρίσκαμε. Μα οι κόκκινοι το πήραν μυρωδιά και έβαλαν δυνατούς προβολείς κι' όλη νύχτα έριχναν στο Αλκάθαρ εκτυφλωτική λάμψη. "Έλαμπε το Αλκάθαρ όλη νύχτα κατάφωτο. Που να ξεμυτίσουμε πια! Μα ας είναι καλά. Δεν είχαμε πια ξίγκι από τ' άλογα κι' απ' τα μουλάρια και τα καντήλια μας έσβηναν. Με τους προβολείς αυτούς φωτιζόμαστε, επί τέλους, κι' εμείς τη νύχτα. Με το φως αυτό οι γυναίκες μας κοπάνιζαν, σε μεγάλα γουδιά με κομμάτια οβίδες το στάρι. Ώσπου ένας επιτήδειος εργάτης πού ήταν μαζί μας κατάφερε μ' ένα μοτεράκι αυτοκινήτου να φτιάσει ηλεκτρικό μύλο. Και έτσι οι κακομοίρες, οι γυναίκες αλάφρωσαν λίγο. Και μήπως αναπαύτηκαν μια στιγμή οι φουκαριάρες; Αυτές μαγείρευαν, ζύμωναν, φούρνιζαν. Αυτές έπλεναν τα πιάτα, τα ρούχα. Σκούπιζαν, μας μπάλωναν, έκαναν τις νοσοκόμες. Υπέφεραν κι' αυτές σαν άντρες.
Τέτοιες είναι οι
Σπανιόλες. Έρωτας λέει,
τραγούδια, ξεγνοιασιά, καστανιέτες! Ποιος
το λέει αυτό, πού να τον πάρει ο διάολος; Η
Σπανιόλα είναι μητέρα, θεριό και
συντρόφισσα του άντρας της, σοβαρή, πιστή
και κάθεται και φυλάει στο κατώι σα σκύλα.
29 Αυγούστου. Το ραδιόφωνο μας έφερε σήμερα μια μεγάλη είδηση. Το σύνταγμα τον στρατηγού Γιαγκούε προχωράει προς το Τολέδο. Οι κόκκινοι νικήθηκαν κατά κράτος. Στην τελευταία μάχη 200 κόκκινοι σκοτώθηκαν, 1.000 πληγώθηκαν, έπεσαν στα χέρια μας πέντε κανόνια, τρία μυδραλιοβόλα, ένα τανκ. Ό Γιαγκούε προχωρά ακάθεκτος. Σε λίγο το Τολέδο θα είναι δικό μας!
Κλαίγαμε από τη χαρά. Φωνάζαμε σαν τρελοί: «Ζήτω ή Ισπανία! Ζήτω ο Χριστός!». Δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύκτα από τη χαρά μας. Το πρωί κοιτάζαμε προς τη Δύση να φανεί ο Γιαγκούε με το στρατό του πέρα προς το Νότο. Τίποτα! |
Ο
Στρατηγός Κάπο ντε Λάνο μπροστά στο
μικρόφωνο του Ράδιο-Σεβίλλη, που υπήρξε
ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της
εθνικιστικής προπαγάνδας. Με το
πατρικό, λαϊκό άμεσο ύφος του επέδρασε
καίρια στις ψυχές του Ισπανικού λαού και
έδωσε θάρρος στα εθνικιστικά
στρατεύματα με τους φλογερούς του
λόγους. |