Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΓΚΟΥΕΛ
Και συνεχίζει ο Μιγουέλ:
Οι κόκκινοι είχαν πια λυσσάξει: «Να τους κάψετε ζωντανούς! Να χύσετε βενζίνη στους τοίχους και να τους δώσετε φωτιά. Το Αλκάθαρ είναι ανάγκη νά πέσει αμέσως!» τηλεφωνούν από τη Μαδρίτη στον κόκκινο διοικητή του Τολέδο. Έρχεται από τη Μαδρίτη ο κόκκινος στρατηγός Ασένιο, δίνει διαταγές. Φορτώνουν οι πυροσβέστες τα καμιόνια τους βενζίνα, αραδιάζονται στην πλατεία Θανκόβερ.
19 Σεπτεμβρίου: Πρωί-πρωί σκυμμένοι από το κάστρο, βλέπουμε τους πυροσβέστες να τρέχουν κρατώντας νους σωλήνες για να εκσφενδονίσουν τη βενζίνα. «Θα μας κάψουν οι κακούργοι!» μουρμουρίσαμε με τρόμο. Άρχισε κι όλας η βενζίνη να περιχύνει το κάστρο. Ήμαστε χαμένοι.
Και τότε: Από ένα παράθυρο πήδησε ένας νέος. Δε θάταν πάνω από είκοσι χρονών. Κρατούσε μονάχα ένα περίστροφο στο χέρι. Χύθηκε, άρπαξε τους σωλήνες, τους γύρισε προς το Σάντα Κρούθ όπου ήταν οχυρωμένοι οι κόκκινοι. Ό νέος πέφτει κάτω, χιλιοτρύπητος από τις σφαίρες.
20 Σεπτεμβρίου: Ξανάρχισε το κανονίδι και το τουφεκίδι. Οι κόκκινοι όρμησαν με χειροβομβίδες με τενεκέδες βενζίνα, μας βάζουν ολούθε φωτιά. Εμείς τη σβήσαμε αμέσως. Καρφώνουν την αιματηρή σημαία τους στα μουράγια μας, εμείς τη ρίχνουμε κάτω. Αυτό συνεχίζεται και τη νύχτα. Όσοι κόκκινοι μπήκαν στο Αλκαζάρ, δεν ξαναβγήκαν ζωντανοί. Το μακελειό συνεχίστηκε και τη νύχτα. Τι λύσσα που έχουν οι άτιμοι!
21
Σεπτεμβρίου: Τρία
αεροπλάνα πέρασαν από κάνω μας. Δικά μας!
Μας έριξαν τρόφιμα κι' ένα γράμμα: «Κουράγιο
παιδιά! Ό Στρατηγός Βαρέλα ζυγώνει. Κρατάτε
καλά!». Από τους τέσσαρες πύργους τον
Αλκάθαρ ένας μονάχα είχε απομείνει ακόμα
όρθιος. Πέφτει σήμερα κι' αυτός. Όλα
γκρεμίστηκαν γύρω μας. Μαζευτήκαμε στα
υπόγεια. Η πείνα είχε αρχίσει τώρα εδώ και
μέρες. Δε σφάζουμε πια τέσσερα άλογα την
ήμερα. Μονάχα ένα. Έχουμε μείνει χίλιοι
οχτακόσιοι άνθρωποι. Παίρνει καθένας ένα
κομμάτι λασπόψωμο την ημέρα και μισό λίτρο
βρώμικο νερό. Και δεν φτάνουν αυτά. Άρχισαν
και πάλι κάτω από τα πόδια μας Γκρίτς!
Γκρίτς!. Οι μηχανές να τρυπούν το βράχο! Μας
βάζουν καινούργια μίνα. «Μη
φοβάστε!, μας λέει ο Συνταγματάρχης
Μοσκαρντό. Μη φοβάστε ο Θεός είναι μαζί μας!».
25 Σεπτεμβρίου: Σήμερα σείστηκε πάλι η γη. "Έβαλαν καινούργια μίνα. Όσοι τοίχοι απόμεναν ακόμα όρθιοι, γκρεμίστηκαν. Ο λάκκος που άνοιξε η έκρηξη είχε εκατό μέτρα διάμετρο κι' εβδομήντα μέτρα βάθος. Ορμούν ευθύς τα τάνκς νά κάνουν κατοχή στο κάστρο. Έφταναν πια, έμπαιναν μέσα στο Αλκάθαρ, όταν ξαφνικά κάτω από τη γη τινάχτηκαν πάλι τα φαντάσματα. Εμείς! Εμείς ολοζώντανοι! «Ακόμα ζουν!» φώναξαν οι κόκκινοι με τρόμο. Πιαστήκαμε πάλι, τους γκρεμίσαμε πάλι, βάλαμε βάρδιες και περιμέναμε γονατιστοί με τα τουφέκια. Η υπόλοιπη μέρα πέρασε σιωπηλή. Μήτε μια τουφεκιά. Τι τρέχει; «Κάτι καινούργιο μας σκαρώνουν οι κακούργοι!» συλλογιζόμαστε, μα δε μιλούσαμε. Περιμέναμε. Τη νύχτα ξέσπασε φοβερή μπόρα. Μέσα στο σκοτάδι και στη βροχή κατεβήκαμε καμιά δεκαριά στην πόλη να βρούμε κάτι φαγώσιμο, ένα κουτί σαρδέλες, τσιγάρα. Ανοίξαμε δύο μαγαζιά, φορτωθήκαμε. Γυρίσαμε πίσω. Κανένας κόκκινος. Οι δρόμοι έρημοι, τα σπίτια σφαλιστά. χωρίς φως! «Κάτι τρέχει, παιδιά, είπαμε στους συντρόφους μας. Κανένας να μην κοιμηθεί!». Η αποτυχία των αποτελεσμάτων των εκρήξεων δεν πρέπει ν' αποδοθεί σε κανένα θαύμα. Ό συνταγματάρχης Μοσκαρντό είχε αναθέσει στον υπολοχαγό του μηχανικού Μπαρμπέρ να βρίσκεται σε συνεχή επιτήρηση της προόδου της υπονόμου και να εντοπίζει τα σημεία πού έφτανε. Έτσι οι ύποπτες περιοχές άδειαζαν από τους πολιορκημένους, πού φρόντιζαν να βρίσκονται ασφαλισμένοι σε άλλα σημεία του φρουρίου τις ώρες των εκρήξεων. Λίγα δε λεπτά μετά από τις εκρήξεις των υπονόμων, αντηχούσε η διαταγή: «Όλοι όρθιοι κι' ο καθένας να πιάσει τη θέση του».
|
|
|
| Εθνικιστές στρατιώτες και δημοκρατικοί παίρνουν τα όπλα. Αλλά η πειθαρχία των νεαρών φαλαγγιτών (δεξιά), έρχεται σε αντίθεση με την αταξία της πολιτοφυλακής (αριστερά - αριστερή φωτογραφία) και ιδιαίτερα των αναρχικών (αριστερά- δεξιά φωτογραφία). | |
|
|
|
|
Το
Αλκαζάρ πριν (αριστερά) και μετά (δεξιά)
την πολιορκία. |
|