Ακούγαμε πια μέρα-νύκτα γκρίτς! γκρίτς! γκρίτς! Το θάνατο να τρυπάει το γρανίτη από κάτω μας και να ξηλώνει: Είχαν έρθει μιναδόροι από την Αστουρία και άρχισαν να τρυπούν το βράχο, νά κάνουν λαγούμια και να ξηλώνουν. Μέρα-νύκτα ακούγαμε τις μηχανές πού τρυπούσαν να γρατζουνίζουν το βράχο, να κάνουν λαγούμι και να ξηλώνουν. Όταν πια θα 'φταναν κάτω απ' τα πόδια μας θα σώριαζαν δυναμίτη, θα του έβαζαν φωτιά και θ' ανατίναζαν στον αέρα το κάστρο κι' εμάς όλους μαζί! Νοιώθαμε ότι έφτασε πια η τελευταία μας ώρα.
18 Σεπτεμβρίου: Τη νύκτα ακούστηκαν σάλπιγγες στο Τολέδο. Το μεγάφωνο άρχισε να φωνάζει: «Όλος ο πληθυσμός του Τολέδο νά φύγει αμέσως! Να βγει έξω άπ' τα τείχη! Κίνδυνος - Θάνατος!». Οι κάτοικοι τρέχουν έξω στον κάμπο. Πιάνουν τον αντικρινό λόφο. Έκανε κρύο όλη νύχτα, φυσούσε αγέρας, και όλοι, γυναίκες κι' άντρες, έτρεχαν μακριά άπ' το Τολέδο. Ήξεραν πώς σε λίγες ώρες θα ανατιναχθεί στον αέρα. Τα μεσάνυχτα οι κόκκινοι τηλεφωνούν στο Συνταγματάρχη: «Η μίνα τελείωσε, σωριάσαμε εφτά τόνους εκρηκτικές ύλες. Ένα κουμπί να πατήσουμε, θ' ανατιναχτείτε στον αγέρα. Παραδοθείτε.». Καμιά απάντηση. O Μοσκαρντό έκλεισε το τηλέφωνο. Όλοι όρθιοι, χλωμοί, με σηκωμένες τις τρίχες, ακούγαμε από κάτω μας τις μηχανές να τρυπούν ακόμα και περιμέναμε. Κανένας δε μιλούσε, κανένας δεν έκλαιγε. Όλοι αμίλητοι, ακίνητοι, κίτρινοι σαν πεθαμένοι, στεκόμαστε και περιμέναμε. Στις εφτά το πρωί, ένας εργάτης πάτησε το ηλεκτρικό κουμπί, πήρε φωτιά το φυτίλι! Τρομαχτικός σεισμός ακούστηκε, άνοιξε ή γης, όλο το Τολέδο κουνήθηκε, μια κολώνα φωτιά και καπνός τινάχτηκε στον ουρανό. Τεράστια κομμάτια φρούριο κατρακύλησαν ως την πόλη, ο Νοτιοδυτικός, μεγάλος πύργος σκορπίστηκε κομμάτια. Όλο το Αλκάθαρ πλάνταξε μέσ' τους καπνούς.
|
Το Τολέδο
κατεστραμμένο ύστερα από τη πολιορκία
του Αλκάθαρ. |
Πέρασε ένα τέταρτο, πέρασε μισή ώρα. Μια ώρα. Τι απόγιναν οι πολιορκούμενοι; Κανένας δε φαινόταν πίσω άπ' τους καπνούς. Οι κόκκινοι, με εφ' όπλου λόγχη, με χειροβομβίδες πήραν επιτέλους την απόφαση και όρμισαν στο κάστρο. Ήταν σίγουροι πως όλοι μας είχαμε πια θαφτή κάτω από τα ερείπια. Ακόμη κανένας δεν είχε προβάλει από τη γη...
Οι κόκκινοι πηδούν τα χαντάκια, που είχαν ανοιχτεί, καβαλούν τα κοτρόνια, φτάνουν στη μεγάλη αυλή. Σταματούν. Νομίζεις πώς ξαφνικά τους είχε κυριέψει μυστηριώδης φόβος. Κοίταζαν προς τα υπόγεια με γουρλωμένα μάτια και δεν προχωρούσαν. «Εμπρός σύντροφοι! φωνάζει κάποιος γελώντας. Τώρα θα προβάλουν τα φαντάσματα!». Δεν είχε ακόμα τελειώσει το λόγο του και μια χειροβομβίδα σκάζει. Κι' άλλη μια, κι' άλλη, βροχή απάνω στους κόκκινους. Τα φαντάσματα είχαν ξεπεταχτεί άπ' τη γη.
«Ζήτω ή Ισπανία! φωνάζαμε. Ζήτω ο Χριστός!». Πιαστήκαμε σώμα με σώμα. Εμείς είχαμε πια φρενιάσει. Χαρά πού σωθήκαμε, λύσσα να εξοντώσουμε τους άτιμους, κάναμε σαν τρελοί... Οι κόκκινοι δεν μπόρεσαν νά βαστάξουν. Άρχισαν να κατρακυλούν άπ' το κάστρο. Είχαν καρφώσει το κόκκινο κουρέλι τους στο πύργο μας, το ρίξαμε κάτω. Όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά φωνάζαμε κι βγάζαμε αφρούς από τα στόματα μας. Εσπάνια! Εσπάνια! Εσπάνια!! Αρχίσαμε να χορεύουμε και να τραγουδάμε. Είμαστε τρελοί! Αγκαλιαζόμαστε, πιάναμε ο ένας τον άλλο, δεν πιστεύαμε πώς ήμαστε ζωντανοί.
Αρχική Σελίδα Ο Κόκκινος Παπάς