ΕΚΘΕΣΙΣ

Υποστρατήγου Τσακάρα Κωνσταντίνου

 

Περί της δράσεως του αντάρτικου τμήματος μου τής Εθνικής Αντιστασιακής Όργανώσεως Π.Α.Ο. (Πανελληνίου Απελευθερωτικής Οργανώσεως) κατά την κατοχήν 1942-1944.

 

    «Κατά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεμον του 1940-41, φέρων τον βαθμόν του ανθυπομοιράρχου, υπηρέτησα εις την Διεύθυνσιν Στρατονομίας Ιωαννίνων και εκείθεν εν συνεχεία, μετακινηθείς την 20ήν Φεβρουαρίου 1941, ανέλαβον την διοίκησιν του εξ 25 ανδρών συγκροτηθέντος στρατονομικού αποσπάσματος παρά τη VII Ταξιαρχία (Συγκρότημα Καραντάγ) με έδραν την Κοινότητα Βροντού-Δράμας, ένθα με εύρεν η κατά την 6ην Λπριλίου 1941 γενομένη επίθεσις των Γερμανών. Μετά την γενομένην ανακωχήν την 10-4-41 μετά του αποσπάσματος κατήλθον εις Σέρρας, ένθα τη παρακλήσει του τότε νομάρχου Σερρών μετέβην μετ' αυτού (αποσπάσματος) εις Νέαν Ζίχνην, ένθα ανέλαβον την διοίκησιν της εκεί Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής και εν συνεχεία ανέλαβον την τοιαύτην του Αου Αστυνομικού Τμήματος Σερρών μέχρι την 8ην Μαΐου 1941, ότε εντολή των Γερμανικών Αρχών κατοχής η εν γένει διοίκησις ως και η άσκησις της αστυνομίας παρεδόθη εις τους Βουλγάρους.

    Ακολούθως επανήλθον εις το Αστυνομικόν Τμήμα Κατερίνης, ένθα υπηρετούν προ τής κηρύξεως του ως άνω πολέμου και εις ου την δύναμιν οριστικώς ανήκον.

    Εκείθεν την 17ην Σεπτεμβρίου 1941 μετεκινήθην εις την Υποδιοίκησιν Χωροφυλακής Κολινδρού-Πιερίας ως διοικητής αυτής.

Ανθυπομοίραρχος Ευστάθιος Βαμβέτσος από τα Τρίκαλα. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1941 στη Θεσσαλονίκη για αντεθνική δράση και συγκεκριμένα γιατί εφοδίαζε τους Άγγλους που είχαν εναπομείνει με Ελληνικές ταυτότητες.

    Εκεί υπηρετούν ως υπομοίραρχος κατά μήνα Οκτώβριον 1942, ότε ό υπολοχαγός αυτοκινήτων Λιακόπουλος Γεώργιος, όστις διέμενε εις Κολινδρόν, στενός φίλος και συνεργάτης επί παντός θέματος Εθνικού, μου έκαμε λόγον περί της εθνικής οργανώσεως αντιστάσεως (Υ.Β.Ε. Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος), μετονομασθείσης βραδύτερον εις Π.Α.Ο. (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις). Μου είπεν ότι επρόκειτο περί καθαρώς πατριωτικής οργανώσεως, ης ηγούντο ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού, επιστήμονες και άλλα ευυπόληπτα πρόσωπα και ότι σκοπός της ήτο η άπελευθέρωσις τής Πατρίδος από τούς κατακτητάς διά πάσης μορφής αντιστάσεως και δη ενόπλου τοιαύτης, διά συγκροτήσεως ένοπλων ανταρτικών τμημάτων, προς δε απέβλεπε και εις την καταπολέμησιν τής βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας, αι όποίαι υπό την προστασίαν των γερμανικών και ιταλικών άρχων κατοχής είχον αναπτύξει έντονον δράσιν εις βάρος του ελληνικού στοιχείου τής Βορείου Ελλάδος και ιδία του σλαβόφωνου και βλαχοφώνου τοιούτου, ως και εις την διατήρησιν ακμαίου του ηθικού και εθνικού φρονήματος του λαού κ.λ.π. Τέλος προσέθεσεν ότι η Οργάνωσις μάς ενέγραψεν αμφότερους ως μέλη και ότι εζήτει από ημάς πίστιν και εργασίαν προς εκπλήρωσιν των ως άνω επιδιώξεων της.

    Κατόπιν τούτου, και σύμφωνα με τας οδηγίας αίτινες είχον δοθή παρά της Οργανώσεως εις τον ανωτέρω υπολοχαγόν, ηρχισεν η δράσις εις όλους τούς τομείς και ιδία εις τον τοιούτον τής μυήσεως καταλλήλων εις έκαστον χωρίον της περιφερείας προσώπων, μυηθέντων παρ' εμού πρώτων των σταθμαρχών Χωροφυλακής περιφερείας μου ως και έτερων καταλλήλων αστυνομικών οργάνων.

    Κατά τον χρόνον τούτον εν Κολινδρώ εμυήθησαν πολλοί κάτοικοι, μεταξύ των οποίων οι Αθανάσιος Λιναράς, ιερεύς εφημέριος Κολινδρού, Βασίλειος Καμψελίδης, τότε πρόεδρος τής Κοινότητος Κολινδρού, Δημήτριος Θεολογίδης, ιατρός, Σωτήριος Παπαϊωάννου, καθηγητής Γυμνασίου, Κωνσταντίνος Χασιώτης, δασονόμος, Παναγιώτης Γαλατσόπουλος, απόστρατος αξιωματικός Αεροπορίας, οι ιδιώται Βασίλειος, Σωτήριος και Λάκης Κομπατσιάρης και άλλοι. Ούτως, εις διαστήματα δύο μηνών περίπου, ως εκ των περιοδειών εις τα χωρία τής Υποδιοικήσεως μου είχα διαπιστώσει, είχον προσηλυτισθή εις την Οργάνωσιν πολλοί κάτοικοι, τόσον από της ιδικής μας πλευράς, όσον και εξ άλλων κατευθύνσεων, ιδία της Κατερίνης. Εκτός τούτου, θετικαί πληροφορίαι έφερον εις χείρας των κατοίκων Πιερίων, και ιδία των τουρκόφωνων πληθυσμών αυτών, ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός όπλων, άτινα είχον μεταφερθή εκεί παρ' αυτών το έτος 1941 εκ Κοζάνης, Πτολεμαΐδος κ.λ.π. μετά την κατάρρευσιν του μετώπου.

Εν τω μεταξύ κατά τον αυτόν ως άνω χρόνον (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1942) ήρχισαν να περιέρχωνται πληροφορίαι, ότι εις τας πέριξ του Ολύμπου περιοχάς είχον εμφανισθή ανταρτικαί ομάδες άγνωστου οργανώσεως μέχρι τότε, αίτινες ενήργουν επιθέσεις κατά Σταθμών Χωροφυλακής, ους ελεηλάτουν και επυρπόλουν, τους δε άνδρας αυτών αφού αφώπλιζον ενίους τούτων απήγαγον.

    Κατά μήνα Δεκέμβριον 1942 ομάδες τούτων διά τεχνάσματος (ψευδής ανακοίνωσις εις την Αρχήν περί ανευρέσεως άγνωστου ατόμου φονευμένου) και εξ ενέδρας επέτυχον εις την περιοχήν του χωρίου Παντελεήμονος-Κατερίνης την σύλληψιν δυνάμεως Χωροφυλακής, την οποίαν αφού αφώπλισαν αφήκαν τούς άνδρας ελευθέρους, κρατήσαντες μόνον τούς επικεφαλής αυτής υπομοίραρχον Τωμαδάκην Αλέξανδρον, διοικητήν της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής Κατερίνης και ανθυπασπιστήν Κουτσούκον Νικόλαον, διοικητήν του Σταθμού Χωροφυλακής Λιτόχωρου, ους μετά τινας ημέρας εξετέλεσαν.

    Κατά το τρίτον δεκαήμερον του μηνός Ιανουαρίου 1943 ομάς τούτων, διαπεραιωθείσα εξ Ολύμπου εις την περιφέρειαν μου (Β Α Πιέρια) και μεταβάσα την 26ην του ως ανωτέρω μηνός εις το χωρίον Σφενδάμη - Πιερίας συνέλαβε τον, κατά την νύκτα εκείνην διανυκτερεύοντα εις την οικίαν του Αθανασίου Σακελλαρίου προέδρου τής Κοινότητος, ενωμοτάρχην Σωτηρόπουλον Ηλίαν, διοικητήν του Σταθμού Χωροφυλακής Νέου Ελευθεροχωρίου-Μεθώνης-Πιερίας, ον αφού ωδήγησε δέσμιον έξωθι του χωρίου Σφενδάμης εξετέλεσε κατά τον πλέον άγριον τρόπον διά πληγμάτων μαχαίρας εις τον λαιμόν, αφήσασα επί του νεκρού του σημείωμα με τας λέξεις «Έτσι τιμωρεί το Έθνος τούς προδότας του».

    Η ομάς αύτη ως και αι λοιπαί περί τον Όλυμπον δρώσαι τοιαύται, ως βραδύτερον διεπιστώθη, ανήκον εις την οργάνωσιν Ε.A.M. -Ε.Λ.Α.Σ. και ότι επικεφαλής της ομάδος ήτις συνέλαβε τον ενωμοτάρχην ήτο ο μετέπειτα φέρων το ψευδώνυμον καπετάν Άρης (γνωστός κομμουνιστής Μιχαήλ Σουγιουτζόγλου, υπάλληλος του Υποκαταστήματος Αγροτικής Τραπέζης Κατερίνης, προ τής εξόδου του εις τας ανταρτικάς ομάδας).

    Ούτως ήρχισεν εις την περιφέρειαν της Υποδιοικήσεώς μου τον απελευθερωτικόν αγώνα το Ε.Α.Μ.-Ε.ΛΑ.Σ., με τον άγριον φόνον ως δήθεν προδότου του πλέον αγνού και θερμού πατριώτου, ενωμοτάρχου Σωτηροπούλου Ηλία, όστις επανειλημμένως είχε συλληφθή και τεθή υπό κατηγορίαν και ανάκρισιν εκ μέρους των Γερμανών δι' υπόθαλψιν Άγγλων στρατιωτικών και δι' ετέρας πατριωτικάς πράξεις και όστις ετύγχανεν ενθουσιώδες και δραστήριον μέλος τής Οργανώσεώς μας.

    Το εις βάρος του ενωμοτάρχου τούτου έγκλημα του Ε.Λ.Α.Σ., ως ήτο φυσικόν, συνεκίνησε και ετάραξε τους κατοίκους τής περιφερείας, παρ' ων πολύ εξετιμάτο και ηγαπάτο ούτος διά την εν γένει έναντι των στοργικήν πολιτείαν και συμπεριφοράν και ανησύχησε σοβαρώς τους ανθρώπους της Οργανώσεώς μας, πλην διεσκεδάσθη η εντύπωσις αύτη, διότι επιστεύθη κατ' αρχάς ότι ο φόνος ήτο έργον ομάδος κακοποιών, βραδύτερον δε, όταν εγνώσθη ότι τούτον διέπραξεν ο Ε.Λ.Α.Σ., εγένετο αντιληπτόν ότι ούτος (φόνος) απέβλεπεν εις την εξαφάνισιν δραστήριων στοιχείων και εις την τρομοκράτησιν των υγιώς σκεπτόμενων Ελλήνων πατριωτών.

    Την 5ην Μαρτίου 1943, εξακολουθών να υπηρετώ εις την αυτήν Υποδιοίκησιν Χωροφυλακής Κολινδρού, έλαβον διαταγήν των γερμανικών άρχων κατοχής, δι' ης διετάσσετο ο αφοπλισμός των ανδρών και η παράδοσις εις αυτάς ολοκλήρου του οπλισμού της Υποδιοικήσεως.

    Διά τής ιδίας διαταγής και προς τον αυτόν σκοπόν διετάσσοντο και αι Υποδιοικήσεις Χωροφυλακής Κατερίνης, Βεροίας και Ναούσης.

    Ως ήμερα παραδόσεως ωρίζετο η 8η Μαρτίου 1943. Μετά την διαταγήν ταύτην έλαβον την απόφασιν να μη συμμορφωθώ και εξέλθω εις τα όρη προς διεξαγωγήν ανταρτικού αγώνος κατά των κατακτητών.

Εις τούτο ήχθην άφ' ενός μεν διότι εκ των όσων εγνώριζα, τα πάντα ήσαν έτοιμα διά την οργάνωσιν μας επί των Πιερίων, προς δε από των μέσων του μηνός Φεβρουαρίου 1943 είχεν εξέλθει και έδρα επί των Πιερίων ανταρτική ομάς της Οργανώσεώς μας, υπό τον τότε λοχαγόν Γουλγουτζήν Γεώργιον, και ως εκ τούτου έκρινα ότι δεν ήτο πατριωτικόν να παραδώσω τον όπλισμόν εις τους κατακτητάς, αφού τούτου είχεν απόλυτον ανάγκην η Οργανωσίς μας και η Πατρίς.

    Προς τούτο μεταβάς εις Βέροιαν, ένθα ήτο τότε η έδρα της προϊσταμένης Διοικήσεως Χωροφυλακής και παρουσιασθείς εις τον τότε διοικητήν μου ταγματάρχην Σταυρίδην Γεώργιον, όστις ήτο επίσης μέλος της Οργανώσεώς μας, του ανέφερον τας σκέψεις και την απόφασιν μου. Ούτος, αφού με συγκίνησιν με ήκουσεν, ου μόνον δεν εξέφρασε δισταγμόν τινα, αλλά και διά διαφόρων πατριωτικών λόγων με ενεθάρρυνε εις την εκτέλεσίν της, υποσχεθείς άμα συμπαράστασιν και πάσαν ενίσχυσιν εις έμψυχον και άψυχον υλικόν από της θέσεως του ως διοικητού Χωροφυλακής.

Αμέσως δε με έφερε εις επαφήν με τον ως ανωτέρω ελέχθη λοχαγόν Γουλγουτζήν, όστις την ημέραν εκείνην είχε κατέλθει από τα Πιέρια και ευρίσκετο εκεί, και, αφού μετ' αυτού ερρύθμισα το θέμα τής συναντήσεως της ομάδος του κατά την ημέραν τής εξόδου μου, ανεχώρησα και επανήλθον αυθημερόν εις την έδραν μου. Την επομένην 6-3-43, αφού ανεκοίνωσα καταλλήλως την απόφασιν μου ταύτην εις τους σταθμάρχας Χωροφυλακής και εις τούς άνδρας της έδρας μου και ώρισα τόπον και χρόνον συναντήσεως διά τους ευρισκομένους μακράν της έδρας άνδρας, οίτινες θα ήθελον να με ακολουθήσωσιν, περί ώραν 23ην της 7-3-43 ανεχώρησα εκ Κολινδρού. Κατά την εξοδόν μου ταύτην με ηκολούθησε το μείζον μέρος των ανδρών της Υποδιοικήσεώς μου, ήτοι περί τούς 30 άνδρας, ως και εις ιδιώτης ονόματι Κομπατσιάρης Ιωάννης, παραλαβόντες μεθ' εαυτών άπαντα τον οπλισμόν της Υποδιοικήσεως, ως και όλα τα χρήσιμα υλικά άτινα ευρίσκοντο εις τας αποθήκας των Υπηρεσιών Χωροφυλακής (Υποδιοικήσεως και Σταθμών).

 

Στο Βουνό                  Αρχική Σελίδα

Free Web Hosting