Η ανταλλαγή πυρών κρατάει ως το σούρουπο. Το ισχυρό στρατιωτικό τμήμα δείχνει από την αρχή της συγκρούσεως διστακτικότητα και ατολμία. Έκανε πολλές κινήσεις, σχηματίζει κλοιό, αλλά αποφασιστική επίθεση δεν εκδηλώνεται. Και όσο περνούσε η ώρα, οι αντάρτες διαπίστωναν κάποιο φαινόμενο που του έδιναν και την πιθανή, δική τους εξήγηση: «Πολλά πυρά ακούγονται, αλλά πολλές σφαίρες φαίνεται πως περνούν αρκετά ψηλά, στον αέρα. Σαν να φαίνεται πως οι τουφεκιές ρίχνονται στο βρόντο και μόνο οι ριπές των οπλοπολυβόλων σημαδεύονται σε στόχο. Σίγουρα, έχουν δώσει τα οπλοπολυβόλα σε διαλεγμένους δικούς του, ενώ τους δικούς μας (τους αριστερούς) τους βάζουνε ακροβολιστές, όταν δεν τους βγάζουνε βοηθητικούς».
Εκείνη η φανταστική διαπίστωση, φέρνει ακόμα μεγαλύτερη ψυχραιμία στους συμμορίτες, που δεν έχουν καμία απώλεια, παρά τον αιφνιδιασμό τους. Έτσι όταν αποφασίζει την διαφυγή ο Βελουχιώτης, η πραγματοποίηση της γίνεται χωρίς δυσκολίες και χωρίς απώλειες. Απομακρύνονται από το Λιάσκοβο, ξεπερνούν εύκολα τμήματα που εδρεύουν πάρα πέρα, όπως γύρω από την Μπουκουβίστα, και κατευθύνονται πάλι προς το Ελληνικό και το Παλιοσέλι, όπου κοιμούνται απ’ έξω.
![]() |
|
Πετρωτό (Λιάσκοβο) |
Το πρωί όλοι συμφωνούν πως η στρατιωτική δύναμη που δεν μπορεί να ξεκίνησε «καταπάνω τους» παρά από τα Τρίκαλα κάτι πρέπει να γνώριζε – κάτι αν όχι όλα – για τις συγκεκριμένες τους κινήσεις στο Λιάσκοβο, κάποια προδοσία πρέπει να υπήρχε στη πληροφορία για προχώρηση μιας ομάδας ΕΛΑΣιτών. Αλλά και γενικότερα, η κινητοποίηση ενός τόσο μεγάλου τμήματος εναντίον τους – μια διλοχία την υπολόγιζαν, αν όχι τάγμα – πείθει τον Βελουχιώτη πως αρκετά παρατράβηξε την παραμονή του σε αυτή τη περιοχή και είναι καιρός να απομακρυνθούνε πια. Το λέει στους επιτελείς του, που από καιρό δεν κρύβουν τις ανησυχίες τους και η ανακοίνωση του τους ικανοποιεί και τους ανακουφίζει..
«Θα τραβήξουμε τώρα για τα βουνά της Μεσοχώρας όπου μας ξέρουν όλες οι πέτρες. Κι από εκεί πια, θα κόψουμε ίσια για τη Ρούμελη».
Έτσι το ξεκίνημα τους από το Παλιοσέλι στις 14 Ιουνίου, το θεωρούν πια ξεκόλλημα από την περιοχή αυτή, ξεκίνημα για τα λημέρια τους, για την ποθητή Ρούμελη που φαντάζονται σαν απόρθητο φρούριο και γη της επαγγελίας μαζί.
Στις θέσεις που διανυκτέρευσαν μένει μια ομάδα σαν οπισθοφυλακή και ξεκινώντας ο Άρης δίνει τις τελευταίες εντολές στον ομαδάρχη της: «Θα τραβήξω με το τμήμα για το αντικρινό χωριό που βλέπεις, το Κοθώνι. Εσύ θα μείνεις εδώ με την προσοχή σου στραμμένη στην κατεύθυνση που ήρθαμε και που είναι πολύ πιθανό να την ακολουθεί και ο εχθρός. Το μέρος εδώ είναι αγναντερό και θα τους δεις από πολύ μακριά. Όταν δεις πως φθάσαμε εμείς στο Κοθώνι, τότε μόνο θα ξεκινήσεις και εσύ. Πάρε και τα κιάλια του Τζαβέλα, να βλέπεις καλύτερα».
Το στρατιωτικό τμήμα – μαζί και με άλλους ενόπλους – δεν άργησε να φανεί. Είναι μεγάλο, έχει και μεταγωγικά, αλλά απέχει πολύ ακόμα και βαδίζει πολύ αργά. Ήταν τα. τάγματα 206 και 118 της Εθνοφυλακής, όπως θα μαθευτεί αργότερα, αλλά και ένοπλες ομάδες πολιτών. Εκείνο που ανησυχεί περισσότερο τον ομαδάρχη της οπισθοφυλακής είναι κάτι άλλες κινήσεις που σημειώνει, που αυτές τι θεωρεί ύποπτες και επικίνδυνες: Στη κατεύθυνση που ακολουθεί ο αρχηγός του, πέρα από το Κοθώνι και ψηλά, νομίζει πως διακρίνει εχθρικά καραούλια, έτσι κάτι παρατηρητές, που αναφέρει για την παρατήρηση που έκανε για τις κινήσεις «παρακρατικών», όπως τις λέει. Αλλά ο Βελουχιώτης τον αποπαίρνει κι όλας:
- Έκανες σε δεύτερα γραφεία του ΕΛΑΣ και έμαθες να βλέπεις παντού παρατηρητές και κατασκόπους. Δεν είναι τίποτα. Τίποτα τσομπαναραίους θα είδες. Άειντε, πάγαινε τώρα να φας, κόψε και κανένα ύπνο. Γιατί το βράδυ έχουμε πορεία, ολονύχτια.